Το σημερινό blog θέλω να το αφιερώσω στην κυρία από πάνω, η οποία πέθανε πριν από έναν περίπου χρόνο, στις 16 Μάη. Η κυρία αυτή ήταν η μητέρα μου. Αν ζούσε, θα γινόταν 59 ετών μεθαύριο. Επειδή λοιπόν εγώ αύριο επιστρέφω στη γνωστή κατάσταση δουλείας στην οποία με καταδίκασε το ελληνικό κράτος και δεν ξέρω αν θα είμαι έξω την ημέρα εκείνη, γράφω σήμερα το σχετικό blog.
Η μητέρα μου ήταν καθηγήτρια Αγγλικής και Γερμανικής φιλολογίας, στα χαρτιά, στην ουσία ασκούσε μόνο την πρώτη ιδιότητα και την παράτησε όταν παντρεύτηκε. Τυπικά, για να αφοσιωθεί στην οικογένειά της, στην πραγματικότητα γιατί, χμ, βαριόταν να δουλεύει. Με τη μητέρα μου είχαμε μια σχέση η οποία πέρασε από χίλια κύματα. Ως παιδί ήμουν ιδιαίτερα κοντά της και χάρη σε αυτήν έμαθα να αγαπώ πολλά πράγματα που αγαπώ σήμερα - το διάβασμα, τη μαγειρική και κυρίως το rock. Η μητέρα μου ήταν μια κοπέλα που μεγάλωσε στην Αθήνα, σε ένα σπίτι με αστικά ήθη. Και στα νιάτα της ήταν σαν αυτές τις κοπελίτσες με τα μίνι που χορεύουνε με τον Αλέκο Τζανετάκο στις παλιές ελληνικές ταινίες τα σέικ και τα τουίστ.
Καθώς όμως μεγάλωνα, η μητέρα μου αρρώσταινε ολοένα και περισσότερο. Έπασχε από μια κληρονομική ασθένεια του εγκεφάλου, τη λένε Χορεία του Χάντινγκτον. Θεραπεία δεν έχει ως τώρα βρεθεί - κάποια ελπιδοφόρα πειράματα στις ΗΠΑ με βλαστοκύτταρα παγώσανε από τότε που εκλέχτηκε πρόεδρος εκεί ο Μπους, ξέρετε, για "ηθικούς" λόγους. Εγώ τώρα να μη σας πω τι ασίγαστο μίσος και απέχθεια τρέφω για κάτι τέτοιους "ηθικούς Χριστιανούς" και τον κόσμο τους - πιστεύω ότι τους αξίζει να πρωταγωνιστούν στο Κολοσσαίο, με εμένα να παίζω τον Ρωμαίο αυτοκράτορα. Η ασθένεια αυτή προξενεί και σοβαρά ψυχικά προβλήματα και επιπλέον κάτι που μοιάζει με Πάρκινσον. Εγώ δεν τα καταλάβαινα όλα αυτά τότε. Καταλάβαινα μόνο ότι για κάποιον λόγο δεν μπορούσα να ζήσω όπως ζούσαν όλα τα άλλα παιδιά γύρω μου και θεωρούσα υπαίτια τη μητέρα μου. Έτσι άρχισε μια κολασμένη περίοδος, η οποία κορυφώθηκε στην εφηβεία μου. Συνεχείς καβγάδες, ανταλλαγή βαριών εκφράσεων, ξύλο. Πόσο έχω μετανιώσει για όλη αυτή την ανοησία...Είναι κάτι που θα με βασανίζει για όσο ζω.
Μετά τα 18 μου, όταν πια έφυγα από το πατρικό μου, τα ξαναβρήκαμε με τη μαμά, η οποία χειροτέρευε εντωμεταξύ ολοένα και περισσότερο. Παρά το ότι δεν ήταν και ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου (για να είμαστε ειλικρινείς) και είχε γενικά συμπεριφερθεί άσχημα στον πατέρα μου, ο τελευταίος δεν την εγκατέλειψε. Θα μπορούσε να ξαναπαντρευτεί και να κάνει τη ζωή του, αλλά έμεινε και τη φρόντιζε μέχρι που δεν πήγαινε πια άλλο. Σποραδικά, όταν η κουβέντα γύριζε στο παρελθόν, ρίχναμε πάλι μερικούς καβγάδες με τη μαμά, τρικούβερτους. Η παιδική (μετά τα 8 μου) και η εφηβική μου ηλικία (μέχρι τα 16) είχαν άλλωστε υπάρξει μια κόλαση, η οποία μου άφησε βαθιά τραύματα, δεν γινόταν να της κάνω έτσι απλά φου και να φύγει. Αλλά στο τέλος επικρατούσε μόνο η αγάπη και καταλήγαμε να γελάμε τρώγοντας παγωτό (το καλοκαίρι) ή κανά γαλακτομπούρεκο (τον χειμώνα). Μια βαθιά αγάπη, που δεν γινόταν πλέον να κλονιστεί από τίποτα.
Την τελευταία φορά που είδα τη μητέρα μου, στο ίδρυμα που την είχαμε όταν πια δεν γινόταν ούτε να αυτοεξυπηρετηθεί, ήξερα ότι τη βλέπω για τελευταία φορά. Μη με ρωτάτε πώς. Με κάποιον μυστήριο και ανορθολογικό τρόπο, που δεν μπορώ να εξηγήσω, ξέρω πότε κάποιος πρόκειται να φύγει για το Μεγάλο Άγνωστο. Όταν το ένιωσα, αρνήθηκα τη σκέψη. Την αποχαιρέτισα μεν κάπως πιο τρυφερά φεύγοντας, αλλά είπα μέσα μου ότι θα ξαναρχόμουν την επόμενη μέρα. Η ζωή τα έφερε έτσι που δεν ξαναπήγα τις επόμενες μέρες και ας το είχα στο μυαλό μου. Λίγες μέρες μετά παρουσίασε κάποια επιπλοκή, έπεσε σε κώμα και απλά έσβησε. Σταμάτησε, είπανε, να ταλαιπωρείται. Ξεκουράστηκε, είπανε. Κάτι μέσα μου επαναστατεί όταν τα ακούω αυτά, είμαι και λίγο επαναστατική φύση γενικά όπως θα έχετε καταλάβει. Και πού το ξέρουν όλοι αυτοί που τα λένε αυτά; Ξέρουν αυτοί την απάντηση για το τι παίζει μετά τον θάνατο; Και αν δεν υπάρχει τίποτα και όσοι πεθαίνουν απλά χάνονται στην ανυπαρξία; Ασφαλώς και δεν ήθελα να ταλαιπωρείται άλλο η μητέρα μου. Αλλά είναι τόσο σκληρό να μην μπορείς να δεις ξανά ή να μιλήσεις με έναν τόσο αγαπητό σου άνθρωπο. Είναι αφάνταστα σκληρό, ειδικά αν δεν ξέρεις τι απέγινε, αν απέγινε, αυτός ο άνθρωπος.
Δεν ξέρω γιατί τα έγραψα όλα αυτά απόψε. Συνήθως είναι πράγματα που τα κρατώ μέσα μου και δεν τα συζητώ. Έτσι έχω μάθει να κάνω, να ζω μόνος μου και μόνος μου να τα αντιμετωπίζω όλα. Είμαι άλλωστε αρκετά σκληρός και περήφανος άνθρωπος, ώστε να μην καταδέχομαι να βασίζομαι σε κάποιον άλλον σε στιγμές κρίσης. Όταν κάτι με απασχολεί, βουλιάζω έτσι στο μέσα μου. Δεν δείχνω προθυμία να το συζητήσω και μπορεί να ακούσεις τα εξ' αμάξης αν με στριμώξεις, η γλώσσα μου γουστάρει τα γκάζια και απεχθάνεται τα φρένα. Ίσως όμως να έχω κουραστεί να τα κρατάω όλα αυτά μέσα μου. Το να τα γράψω είναι κάπως πιο εύκολο από το να μιλήσω για αυτά.
Αντίο, λοιπόν, μαμά. Μακάρι κάπου, κάπως, να υπάρχεις και να είσαι καλά. Μακάρι, και ας μην το μάθω ποτέ στο υπόλοιπο της ζωής μου. Το σημερινό τραγούδι του post είναι ένα τραγούδι που τόσο σου άρεσε να ακούς. Ήσουν άλλωστε μια πολύ αντισυμβατική μητέρα, έτσι δεν είναι;
"
Waiting for the winter sun, and the cold light of day
The misty ghosts of childhood fears
The pressure is building, and I can't stay away
I throw myself into the sea
Release the wave, let it wash over me
To face the fear I once believed
The tears of the dragon, for you and for me
"
Artist: Bruce Dickinson
Song: Tears Of A Dragon
Album: Balls To Picasso (1994)

